Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dix-huitième
01
δέκατος όγδοος, δέκατος όγδοος
qui vient après le dix-septième dans l'ordre ou dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dix-huitième
αρσενικό πληθυντικό
dix-huitièmes
θηλυκό ενικό
dix-huitième
θηλυκό πληθυντικό
dix-huitièmes
Παραδείγματα
C'est mon dix-huitième jour de vacances.
Αυτή είναι η δέκατη όγδοη μέρα των διακοπών μου.



























