Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dissimuler
01
κρύβω, αποκρύπτω
mettre quelque chose hors de vue pour qu'on ne le voie pas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dissimule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dissimulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
dissimulerai
ενεστώτα μετοχή
dissimulant
παθητική μετοχή
dissimulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dissimulions
Παραδείγματα
Il dissimule son argent dans un coffre.
Κρύβει τα χρήματά του σε ένα χρηματοκιβώτιο.
02
κρύβω, αποκρύπτω
cacher quelque chose ou le garder secret
Παραδείγματα
Elle dissimule ses sentiments pour ne pas montrer sa peine.
Αυτή κρύβει τα συναισθήματά της για να μην δείξει τον πόνο της.



























