Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputer
01
τσακώνομαι, διαφωνώ
se battre ou se quereller avec quelqu'un, avoir un conflit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dispute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
disputons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
disputerai
ενεστώτα μετοχή
disputant
παθητική μετοχή
disputé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
disputions
Παραδείγματα
Les enfants ont disputé à propos du jouet.
Τα παιδιά τσακώθηκαν για το παιχνίδι.
02
διαφωνώ, τσακώνομαι
avoir une dispute ou un conflit avec quelqu'un
Παραδείγματα
Elles se disputent parfois mais se réconcilient vite.
Μερικές φορές τσακώνονται αλλά συμφιλιώνονται γρήγορα.
03
παίζω, αγωνίζομαι
participer à une compétition ou un match sportif
Παραδείγματα
Les joueurs disputent chaque match avec détermination.
Οι παίκτες αγωνίζονται κάθε αγώνα με αποφασιστικότητα.



























