Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disputer
01
τσακώνομαι, διαφωνώ
se battre ou se quereller avec quelqu'un , avoir un conflit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
dispute
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
disputons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
disputerai
ενεστώτα μετοχή
disputant
παθητική μετοχή
disputé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
disputions
Παραδείγματα
Ils ont disputé toute la soirée.
Τσακώθηκαν όλο το βράδυ.
02
διαφωνώ, τσακώνομαι
avoir une dispute ou un conflit avec quelqu'un
Παραδείγματα
Ils se disputent souvent à propos de petites choses.
Συχνά τσακώνονται για μικροπράγματα.
03
παίζω, αγωνίζομαι
participer à une compétition ou un match sportif
Παραδείγματα
L'équipe va disputer un match important demain.
Η ομάδα θα παίξει ένα σημαντικό αγώνα αύριο.



























