le disjoncteur

Ορισμός και σημασία του "disjoncteur"στα γαλλικά

Le disjoncteur
01

αυτόματος διακόπτης, διακόπτης κυκλώματος

appareil de protection électrique qui coupe automatiquement le courant en cas de surcharge ou de court-circuit pour protéger un circuit et ses appareils 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
disjoncteurs
Παραδείγματα
Le disjoncteur a sauté pendant l'orage. 

Ο διακόπτης κυκλώματος ενεργοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store