Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le disjoncteur
01
αυτόματος διακόπτης, διακόπτης κυκλώματος
appareil de protection électrique qui coupe automatiquement le courant en cas de surcharge ou de court-circuit pour protéger un circuit et ses appareils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
disjoncteurs
Παραδείγματα
Le disjoncteur a sauté pendant l'orage.
Ο διακόπτης κυκλώματος ενεργοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























