Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La discrimination
01
διακρίσεις, άδικη μεταχείριση
traitement injuste ou inégal envers une personne ou un groupe, souvent basé sur la race, le sexe, l'âge ou d'autres critères
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La discrimination raciale est illégale dans de nombreux pays.
Η φυλετική διακρίσεις είναι παράνομη σε πολλές χώρες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
discrimination
discriminate



























