Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La discographie
[gender: feminine]
01
δισκογραφία, κατάλογος ηχογραφήσεων
liste ou collection de tous les albums, singles et œuvres enregistrées par un musicien ou un groupe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
discographies
Παραδείγματα
La discographie en ligne permet d' écouter tous les singles sortis par l' artiste.
Η διαδικτυακή δισκογραφία επιτρέπει την ακρόαση όλων των singles που κυκλοφόρησε ο καλλιτέχνης.



























