la diffamation
di
dɪ
ντι
ffa
fa
φα
mat
mas
μασ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "diffamation"στα γαλλικά

La diffamation
01

δυσφήμηση, συκοφαντία

action de porter atteinte à la réputation de quelqu'un par des propos faux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il a été poursuivi pour diffamation par son ancien collègue. 

Κατηγορήθηκε για δυσφήμιση από τον πρώην συνάδελφό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store