Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La destination
01
προορισμός, κατεύθυνση
endroit où quelqu'un ou quelque chose doit arriver ou être transporté
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
destinations
Παραδείγματα
Notre destination est Paris.
Ο προορισμός μας είναι το Παρίσι.
02
χρήση, λειτουργία
emploi ou fonction donnée à un objet ou une chose
Παραδείγματα
La destination de ce bâtiment est résidentielle.
Ο προορισμός αυτού του κτιρίου είναι κατοικία.



























