Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La destination
01
προορισμός, κατεύθυνση
endroit où quelqu'un ou quelque chose doit arriver ou être transporté
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
destinations
Παραδείγματα
La destination du train est affichée sur le panneau.
Ο προορισμός του τρένου εμφανίζεται στον πίνακα.
02
χρήση, λειτουργία
emploi ou fonction donnée à un objet ou une chose
Παραδείγματα
La destination du projet a été modifiée.
Ο σκοπός του έργου έχει αλλάξει.



























