dater
Pronunciation
/date/

Ορισμός και σημασία του "dater"στα γαλλικά

01

χρονολογώ, αναφέρομαι σε συγκεκριμένη εποχή

indiquer ou se rapporter à un moment précis dans le temps
dater definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
date
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
datons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
daterai
ενεστώτα μετοχή
datant
παθητική μετοχή
daté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dations
Παραδείγματα
La découverte date d' avant la révolution industrielle.
Η ανακάλυψη χρονολογείται πριν από τη βιομηχανική επανάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store