Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dater
01
χρονολογώ, αναφέρομαι σε συγκεκριμένη εποχή
indiquer ou se rapporter à un moment précis dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
date
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
datons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
daterai
ενεστώτα μετοχή
datant
παθητική μετοχή
daté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dations
Παραδείγματα
Cette lettre date de 1920.
Αυτή η επιστολή χρονολογείται από το 1920.



























