Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
danser
01
χορεύω
bouger le corps en suivant le rythme de la musique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
danse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dansons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
danserai
ενεστώτα μετοχή
dansant
παθητική μετοχή
dansé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dansions
Παραδείγματα
Les enfants dansent autour du sapin de Noël.
Τα παιδιά χορεύουν γύρω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο.



























