danser
danser
dɑ̃se
daase
danseurdanger

Ορισμός και σημασία του "danser"στα γαλλικά

danser
01

χορεύω

bouger le corps en suivant le rythme de la musique 
danser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
danse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
dansons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
danserai
ενεστώτα μετοχή
dansant
παθητική μετοχή
dansé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
dansions
Παραδείγματα
Nous aimons danser le samedi soir. 

Μας αρέσει να χορεύουμε τα Σάββατα βράδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store