Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
d'ailleurs
01
επίσης, παρεμπιπτόντως
en ajoutant une information ou pour renforcer ce qui a été dit
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Je ne veux pas sortir, d' ailleurs il pleut dehors.
Δεν θέλω να βγω, επιπλέον βρέχει έξω.



























