Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cœur de pierre
01
καρδιά από πέτρα, αναισθητος
absence de compassion ou d'émotion chez une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cœurs de pierre
Παραδείγματα
Il a un cœur de pierre, il ne pleure jamais.
Έχει καρδιά από πέτρα, δεν κλαίει ποτέ.



























