Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Les céréales
[gender: feminine]
01
δημητριακά, σιτηρά
plantes cultivées dont on consomme les grains, comme le blé, le riz ou le maïs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
céréales
Παραδείγματα
Les agriculteurs récoltent les céréales à la fin de l' été.
Οι αγρότες συγκομίζουν τα δημητριακά στο τέλος του καλοκαιριού.



























