Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
célébrer
01
γιορτάζω, εορτάζω
organiser ou participer à un événement pour marquer un moment spécial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
célèbre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
célébrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
célébrerai
ενεστώτα μετοχή
célébrant
παθητική μετοχή
célébré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
célébrions
Παραδείγματα
Nous avons célébré nos dix ans de mariage.
Γιορτάσαμε τα δέκα χρόνια γάμου μας.



























