célébrer
Pronunciation
/selebʀe/

Ορισμός και σημασία του "célébrer"στα γαλλικά

célébrer
01

γιορτάζω, εορτάζω

organiser ou participer à un événement pour marquer un moment spécial
célébrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
célèbre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
célébrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
célébrerai
ενεστώτα μετοχή
célébrant
παθητική μετοχή
célébré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
célébrions
Παραδείγματα
Nous avons célébré nos dix ans de mariage.
Γιορτάσαμε τα δέκα χρόνια γάμου μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store