célébrer
c
se
se
éléb
leb
leb
rer
ʁe
re

Ορισμός και σημασία του "célébrer"στα γαλλικά

célébrer
01

γιορτάζω, εορτάζω

organiser ou participer à un événement pour marquer un moment spécial 
célébrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
célèbre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
célébrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
célébrerai
ενεστώτα μετοχή
célébrant
παθητική μετοχή
célébré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
célébrions
Παραδείγματα
Nous allons célébrer l'anniversaire de ma mère ce week-end. 

Θα γιορτάσουμε τα γενέθλια της μητέρας μου αυτό το Σαββατοκύριακο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store