Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
célibataire
01
ανύπαντρος, άγαμος
qui n'est pas marié(e) ou en couple
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus célibataire
συγκριτικός βαθμός
plus célibataire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
célibataire
αρσενικό πληθυντικό
célibataires
θηλυκό ενικό
célibataire
θηλυκό πληθυντικό
célibataires
Παραδείγματα
Il est célibataire depuis deux ans.
Είναι άγαμος εδώ και δύο χρόνια.
Le célibataire
01
άγαμος, ανύπαντρος
personne qui n'est pas mariée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
célibataires
Παραδείγματα
Ce logement est idéal pour un célibataire.
Αυτή η κατοικία είναι ιδανική για έναν ανύπαντρο.



























