la cuillère
cuillère
kɥijɛ:ʁ
küiyer
hier

Ορισμός και σημασία του "cuillère"στα γαλλικά

01

κουτάλι, κουταλάκι

ustensile creux utilisé pour manger ou servir des aliments liquides ou mous 
la cuillère definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cuillères
Παραδείγματα
Elle mange la soupe avec une cuillère. 

Τρώει τη σούπα με ένα κουτάλι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store