crêper
crê
kʁe
kre
per
pe
pe

Ορισμός και σημασία του "crêper"στα γαλλικά

crêper
01

κρεπάρω, δίνω όγκο στα μαλλιά

donner du volume aux cheveux en les hérissant légèrement 
crêper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
crêpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
crêpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
crêperai
παθητική μετοχή
crêpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
crêpions
Παραδείγματα
Elle crêpe ses cheveux avant de faire un chignon. 

Αυτή crêpe τα μαλλιά της πριν φτιάξει κότσο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store