Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le créneau
01
χρονικό διάστημα, κενό
période de temps libre pour une activité
Παραδείγματα
Ce créneau est déjà pris par un autre rendez-vous.
Αυτό το χρονικό διάστημα είναι ήδη κατειλημμένο από ένα άλλο ραντεβού.
02
θέση, θέση
position particulière qu'on occupe ou qu'on vise dans un domaine
Παραδείγματα
Il a choisi le créneau de la haute technologie.
Επέλεξε την ειδική θέση της υψηλής τεχνολογίας.
03
επάλξεις, βολοθυρίδα
ouverture carrée au sommet d'un mur défensif pour observer ou tirer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
créneaux
Παραδείγματα
Les créneaux servaient à défendre la forteresse.
Τα επάλξεις χρησίμευαν για την άμυνα του φρουρίου.
04
κενό, διάστημα
petit espace libre ou passage entre deux éléments
Παραδείγματα
J' ai vu la lumière par un créneau dans la porte.
Είδα το φως μέσω ενός créneau στην πόρτα.



























