crémeux
cré
kʁe
kre
meux
meu

Ορισμός και σημασία του "crémeux"στα γαλλικά

01

κρεμώδης, απαλός

qui a une texture douce, onctueuse et riche, souvent utilisé pour les aliments et desserts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus crémeux
συγκριτικός βαθμός
plus crémeux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
crémeux
αρσενικό πληθυντικό
crémeux
θηλυκό ενικό
crémeuse
θηλυκό πληθυντικό
crémeuses
Παραδείγματα
Le chocolat chaud est délicieux et crémeux. 

Η ζεστή σοκολάτα είναι νόστιμη και κρεμώδης.

02

κρεμώδες με ξινή νότα, κρεμώδες και ελαφρώς ξινό

qui contient de la crème mais présente un goût légèrement acidulé, souvent pour les produits laitiers comme certains fromages 
Παραδείγματα
Le fromage frais est crémeux et un peu acide. 

Το φρέσκο τυρί είναι κρεμώδες και λίγο ξινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store