la crémaillère
cré
kʁe
kre
maillère
majɛʁ
mayer

Ορισμός και σημασία του "crémaillère"στα γαλλικά

La crémaillère
01

πάρτι εγκαίνιων σπιτιού, γιορτή για το νέο σπίτι

fête organisée pour célébrer un nouvel appartement/maison 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crémaillères
Παραδείγματα
On organise la crémaillère samedi prochain. 

Οργανώνουμε το πάρτι εγκαινίων το επόμενο Σάββατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store