créditeur
cré
kʁe
kre
di
di
di
teur
tœʁ
toer
créateur

Ορισμός και σημασία του "créditeur"στα γαλλικά

créditeur
01

πιστωτής, δανειστής

personne ou institution à qui de l'argent est dû ou qui a le droit de recevoir un paiement 
créditeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
créditeur
αρσενικό πληθυντικό
créditeurs
θηλυκό ενικό
créditrice
θηλυκό πληθυντικό
créditrices
Παραδείγματα
La banque agit comme créditeur dans ce prêt immobilier. 

Η τράπεζα ενεργεί ως πιστωτής σε αυτό το στεγαστικό δάνειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store