Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le crédit
[gender: masculine]
01
πίστωση, δάνειο
somme d'argent mise à disposition par une banque ou un établissement financier, que l'on s'engage à rembourser
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crédits
Παραδείγματα
Les crédits à la consommation permettent d' acheter des biens facilement.
Τα πιστωτικά καταναλωτικά επιτρέπουν την εύκολη αγορά αγαθών.
02
πίστωση, εμπιστοσύνη
confiance accordée à quelqu'un ou reconnaissance de la valeur d'une personne ou d'une action
Παραδείγματα
Elle a perdu le crédit de ses clients à cause de l' erreur.
Έχασε την εμπιστοσύνη των πελατών της λόγω του λάθους.



























