Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le crustacé
[gender: masculine]
01
καρκινοειδές, οστρακόδερμο
animal aquatique à corps segmenté, carapace dure et souvent pinces, comme les crabes, homards ou crevettes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
crustacés
Παραδείγματα
La pêche aux crustacés est une activité économique importante.
Η αλιεία των οστρακοειδών είναι μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα.



























