cru
cru
kʁy
kry
éluruejusvue

Ορισμός και σημασία του "cru"στα γαλλικά

01

ωμός, αψημένος

qui n'a pas été cuit, dans son état naturel 
cru definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus cru
συγκριτικός βαθμός
plus cru
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cru
αρσενικό πληθυντικό
crus
θηλυκό ενικό
crue
θηλυκό πληθυντικό
crues
Παραδείγματα
La viande crue doit être conservée au réfrigérateur. 

Το ωμό κρέας πρέπει να διατηρείται στο ψυγείο.

02

σκληρός, εκτυφλωτικός

lumière trop forte et directe qui éblouit 
cru definition and meaning
Παραδείγματα
La lumière crue de midi rendait l'atmosphère difficile à supporter. 

Το σκληρό μεσημεριανό φως έκανε την ατμόσφαιρα δύσκολη να υπομείνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store