Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La crise de nerfs
[gender: feminine]
01
νευρική κατάρρευση, νευρική κρίση
une forte réaction de stress ou d'angoisse, souvent temporaire et intense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crises de nerfs
Παραδείγματα
Parler avec un professionnel peut aider à éviter une crise de nerfs.
Η συζήτηση με έναν επαγγελματία μπορεί να βοηθήσει στην αποφυγή μιας νευρικής κρίσης.



























