la crise cardiaque
crise
kʁɪz
kriz
card
kaʁd
kard
iaque
jak
yak

Ορισμός και σημασία του "crise cardiaque"στα γαλλικά

La crise cardiaque
01

καρδιακή προσβολή, έμφραγμα του μυοκαρδίου

arrêt ou insuffisance brutale du fonctionnement du cœur 
la crise cardiaque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crises cardiaques
Παραδείγματα
Il a eu une crise cardiaque après un effort intense. 

Έπαθε καρδιακή προσβολή μετά από έντονη προσπάθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store