Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La crise cardiaque
[gender: feminine]
01
καρδιακή προσβολή, έμφραγμα του μυοκαρδίου
arrêt ou insuffisance brutale du fonctionnement du cœur
Παραδείγματα
Le tabagisme est un facteur important de crise cardiaque.
Το κάπνισμα είναι ένας σημαντικός παράγοντας καρδιακής προσβολής.



























