la crise
crise
kʁɪz
kriz
crimecerisecriée

Ορισμός και σημασία του "crise"στα γαλλικά

01

κρίση, δύσκολη στιγμή

moment difficile avec beaucoup de problèmes 
la crise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crises
Παραδείγματα
La crise économique a touché beaucoup de gens. 

Η οικονομική κρίση επηρέασε πολλούς ανθρώπους.

02

κρίση, επίθεση

épisode soudain de problème physique ou émotionnel intense 
la crise definition and meaning
Παραδείγματα
Il a eu une crise d'épilepsie hier soir. 

Έπαθε μια κρίση επιληψίας χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store