le criminel
Pronunciation
/kʀiminɛl/

Ορισμός και σημασία του "criminel"στα γαλλικά

Le criminel
[gender: masculine]
01

εγκληματίας, κακοποιός

personne qui a commis un crime ou un acte grave puni par la loi
le criminel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
criminels
Παραδείγματα
On ignore encore l' identité du criminel.
Η ταυτότητα του εγκληματία παραμένει άγνωστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store