Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La criminalité
01
εγκληματικότητα, εγκληματικότητα
ensemble des crimes commis dans une société
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La criminalité organisée représente une menace mondiale.
Το οργανωμένο έγκλημα αντιπροσωπεύει μια παγκόσμια απειλή.



























