la criminalité
cri
kʁi
kri
mi
mi
mi
na
na
na
lité
lite
lite

Ορισμός και σημασία του "criminalité"στα γαλλικά

La criminalité
01

εγκληματικότητα, εγκληματικότητα

ensemble des crimes commis dans une société 
la criminalité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La criminalité organisée représente une menace mondiale. 

Το οργανωμένο έγκλημα αντιπροσωπεύει μια παγκόσμια απειλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store