Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le couvent
01
μοναστήρι, κονβέντ
lieu où vivent des religieux ou religieuses, souvent attaché à une communauté monastique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
couvents
Παραδείγματα
Les religieuses passent la majorité de leur temps dans le couvent.
Οι μοναχές περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στο μοναστήρι.
Λεξικό Δέντρο
couvent
cou
vent



























