le couvent
couvent
kuvɑ̃
koovaa
couvert

Ορισμός και σημασία του "couvent"στα γαλλικά

01

μοναστήρι, κονβέντ

lieu où vivent des religieux ou religieuses, souvent attaché à une communauté monastique 
le couvent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
couvents
Παραδείγματα
Les religieuses passent la majorité de leur temps dans le couvent. 

Οι μοναχές περνούν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στο μοναστήρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store