le court-circuit
court
kuʁsiʁkɥi
koorsirküi
circuit

Ορισμός και σημασία του "court-circuit"στα γαλλικά

Le court-circuit
01

βραχυκύκλωμα, κύκλωμα βραχύ

connexion accidentelle entre deux points d'un circuit électrique, causant une surintensité 
le court-circuit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
courts-circuits
Παραδείγματα
Un court-circuit a provoqué l'incendie. 

Ένας βραχυκύκλωμα προκάλεσε τη φωτιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store