les courses
courses
kʊʁs
koors
boursesourceours

Ορισμός και σημασία του "courses"στα γαλλικά

01

αγορές, ψώνια

achats, en particulier de nourriture ou de produits de première nécessité 
les courses definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Je fais les courses tous les samedis matin. 

Κάνω τα ψώνια κάθε Σάββατο πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store