la course à pied
course
kʊʁs‿a
koorsa
à
pje
pye
pied

Ορισμός και σημασία του "course à pied"στα γαλλικά

La course à pied
01

τρέξιμο, δρομικό αγώνα

déplacement rapide sur les jambes sur une certaine distance, pratiqué individuellement ou en compétition 
la course à pied definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
courses à pied
Παραδείγματα
La course à pied est bénéfique pour le cœur et les poumons. 

Το τρέξιμο είναι ωφέλιμο για την καρδιά και τους πνεύμονες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store