Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La course à pied
01
τρέξιμο, δρομικό αγώνα
déplacement rapide sur les jambes sur une certaine distance, pratiqué individuellement ou en compétition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
courses à pied
Παραδείγματα
La course à pied est bénéfique pour le cœur et les poumons.
Το τρέξιμο είναι ωφέλιμο για την καρδιά και τους πνεύμονες.



























