Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
courageux
01
θαρραλέος, γενναίος
qui a de la force morale pour affronter le danger ou la douleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus courageux
συγκριτικός βαθμός
plus courageux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
courageux
αρσενικό πληθυντικό
courageux
θηλυκό ενικό
courageuse
θηλυκό πληθυντικό
courageuses
Παραδείγματα
Les femmes courageuses changent le monde.
Οι θαρραλέες γυναίκες αλλάζουν τον κόσμο.



























