courageux
courageux
kuʁaʒø
koorazheu

Ορισμός και σημασία του "courageux"στα γαλλικά

01

θαρραλέος, γενναίος

qui a de la force morale pour affronter le danger ou la douleur 
courageux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus courageux
συγκριτικός βαθμός
plus courageux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
courageux
αρσενικό πληθυντικό
courageux
θηλυκό ενικό
courageuse
θηλυκό πληθυντικό
courageuses
Παραδείγματα
Mon père est un homme courageux. 

Ο πατέρας μου είναι ένας θαρραλέος άνδρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store