Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coudre
01
ράβω, κεντώ
assembler des tissus ou des matériaux à l'aide d'une aiguille et de fil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
couds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coudrai
ενεστώτα μετοχή
cousant
παθητική μετοχή
cousu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cousions
Παραδείγματα
Ma grand-mère m'a appris à coudre des boutons.
Η γιαγιά μου μου έμαθε να ράβω κουμπιά.



























