coudre
coudre
kʊdʁ
koodr
coudecoudercoudéecourre

Ορισμός και σημασία του "coudre"στα γαλλικά

coudre
01

ράβω, κεντώ

assembler des tissus ou des matériaux à l'aide d'une aiguille et de fil 
coudre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
couds
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cousons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
coudrai
ενεστώτα μετοχή
cousant
παθητική μετοχή
cousu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cousions
Παραδείγματα
Ma grand-mère m'a appris à coudre des boutons. 

Η γιαγιά μου μου έμαθε να ράβω κουμπιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store