le cou
cou
ku
koo
moufoupououd

Ορισμός και σημασία του "cou"στα γαλλικά

01

λαιμός, σβέρκος

partie du corps qui relie la tête au tronc 
le cou definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cous
Παραδείγματα
Il a mal au cou après avoir dormi dans une mauvaise position. 

Πονάει ο λαιμός του αφού κοιμήθηκε σε κακή στάση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store