Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cou
01
λαιμός, σβέρκος
partie du corps qui relie la tête au tronc
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cous
Παραδείγματα
Il a mal au cou après avoir dormi dans une mauvaise position.
Πονάει ο λαιμός του αφού κοιμήθηκε σε κακή στάση.



























