le coton
coton
kɔtɔ̃
kawtaw
coloncoroncocon

Ορισμός και σημασία του "coton"στα γαλλικά

01

βαμβάκι, βαμβακερό ύφασμα

fibre végétale douce et respirante utilisée pour les textiles, provenant de la plante de cotonnier 
le coton definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cotons
Παραδείγματα
Ce t-shirt en coton est parfait pour l'été. 

Αυτό το μπλουζάκι από βαμβάκι είναι τέλειο για το καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coton
ton
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store