le contreplaqué
contreplaqué
kɔ̃tʁəplake
κοτραπλακε

Ορισμός και σημασία του "contreplaqué"στα γαλλικά

Le contreplaqué
01

πολυστρωματική ξυλοσανίδα, πολυστρωματικό ξύλο

panneau fabriqué en collant plusieurs couches de bois mince (plis) avec leurs fibres croisées, utilisé en construction, en menuiserie ou en décoration 
le contreplaqué definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contreplaqués
Παραδείγματα
Le meuble est fabriqué en contreplaqué. 

Το έπιπλο είναι κατασκευασμένο από πολυστρωματικό ξύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store