Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contrecœur (à)
01
απρόθυμα, διστακτικά
agir malgré sa propre réticence ou contre son désir
Παραδείγματα
Je signe ce document contrecœur.
Υπογράφω αυτό το έγγραφο προβληματικά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απρόθυμα, διστακτικά