Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le consultant
01
σύμβουλος, συμβουλευτικός
expert qui fournit des conseils professionnels dans un domaine spécifique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
consultants
αρσενικό ενικό
consultant
θηλυκό ενικό
consultante
neutral form
conseiller/conseillère
Παραδείγματα
Le consultant en management a proposé une nouvelle stratégie.
Ο σύμβουλος διαχείρισης πρότεινε μια νέα στρατηγική.
02
ιατρός σύμβουλος, ειδικός ιατρός σύμβουλος
médecin spécialiste consulté dans un hôpital pour son avis sur un patient ou un cas particulier
Παραδείγματα
Le consultant examine le patient pour confirmer le diagnostic.
Ο σύμβουλος εξετάζει τον ασθενή για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
consultant
consul
tant



























