Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
connecter
01
συνδέομαι, συνδέω
établir une liaison ou un lien avec un réseau, un appareil ou un service
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
connecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
connectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
connecterai
ενεστώτα μετοχή
connectant
παθητική μετοχή
connecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
connections
Παραδείγματα
Ils se connectent souvent depuis leur téléphone portable.
Συχνά συνδέονται από το κινητό τους τηλέφωνο.



























