connecter
co
kaw
nnec
nɛk
nek
ter
te
te
contacterconcocter

Ορισμός και σημασία του "connecter"στα γαλλικά

connecter
01

συνδέομαι, συνδέω

établir une liaison ou un lien avec un réseau, un appareil ou un service 
connecter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
connecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
connectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
connecterai
ενεστώτα μετοχή
connectant
παθητική μετοχή
connecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
connections
Παραδείγματα
Je me connecte à internet tous les matins. 

Συνδέομαι στο διαδίκτυο κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store