Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le congélateur
01
καταψύκτης, παγωτομηχανή
appareil électroménager pour congeler et conserver les aliments à très basse température
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
congélateurs
Παραδείγματα
La viande se conserve trois mois au congélateur.
Το κρέας διατηρείται τρεις μήνες στο καταψύκτη.



























