la confiance
conf
kɔ̃f
κοφ
iance
jɑ̃s
γασ
confidenceconstance

Ορισμός και σημασία του "confiance"στα γαλλικά

01

εμπιστοσύνη, εμπιστοσύνη

sentiment de sécurité et de certitude envers quelqu'un ou quelque chose 
la confiance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
J'ai confiance en ses capacités. 

Εμπιστεύομαι τις ικανότητές του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store