le conducteur
conducteur
kɔ̃dyktœʁ
kawdyktoer
connecteurconvecteur

Ορισμός και σημασία του "conducteur"στα γαλλικά

01

οδηγός, συνοδηγός

personne qui conduit un véhicule, comme une voiture, un bus ou un train 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conducteurs
αρσενικό ενικό
conducteur
θηλυκό ενικό
conductrice
neutral form
chauffeur
Παραδείγματα
Le conducteur de bus est très ponctuel. 

Ο οδηγός του λεωφορείου είναι πολύ ακριβής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store