compléter
Pronunciation
/kɔ̃plete/

Ορισμός και σημασία του "compléter"στα γαλλικά

compléter
01

ολοκληρώνω, τελειώνω

terminer ou ajouter ce qui manque pour rendre quelque chose entier
compléter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
complète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
complétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compléterai
ενεστώτα μετοχή
complétant
παθητική μετοχή
complété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
complétions
Παραδείγματα
Les élèves doivent compléter les exercices pour demain.
Οι μαθητές πρέπει να ολοκληρώσουν τις ασκήσεις για αύριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store