compléter
compléter
kɔ̃plete
kawplete
comportercompactercompostercomplexer

Ορισμός και σημασία του "compléter"στα γαλλικά

compléter
01

ολοκληρώνω, τελειώνω

terminer ou ajouter ce qui manque pour rendre quelque chose entier 
compléter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
complète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
complétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compléterai
ενεστώτα μετοχή
complétant
παθητική μετοχή
complété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
complétions
Παραδείγματα
J'ai complété le formulaire avec toutes mes informations. 

Συμπλήρωσα τη φόρμα με όλες τις πληροφορίες μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store