combattre
combattre
kɔ̃batʁ
kawbatr
commettre

Ορισμός και σημασία του "combattre"στα γαλλικά

combattre
01

πολεμώ εναντίον, αντιμετωπίζω

chercher à vaincre ou à surmonter un obstacle, une maladie ou une situation difficile 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
combats
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
combattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
combattrai
ενεστώτα μετοχή
combattant
παθητική μετοχή
combattu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
combattions
Παραδείγματα
Il combat le stress par le sport. 

Καταπολεμά το άγχος μέσω του αθλητισμού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store