Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combattre
01
πολεμώ εναντίον, αντιμετωπίζω
chercher à vaincre ou à surmonter un obstacle, une maladie ou une situation difficile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
combats
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
combattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
combattrai
ενεστώτα μετοχή
combattant
παθητική μετοχή
combattu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
combattions
Παραδείγματα
Il combat le stress par le sport.
Καταπολεμά το άγχος μέσω του αθλητισμού.



























