Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le combat
01
μάχη, αντιπαράθεση
affrontement physique organisé dans un cadre sportif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
combats
Παραδείγματα
Le combat s' est terminé par KO au 3ᵉ round.
Η μάχη τελείωσε με νοκ άουτ στον 3ο γύρο.



























