Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colorer
01
χρωματίζω, βάφω
appliquer une couleur sur quelque chose ; modifier ou donner une teinte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
colore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
colorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
colorerai
ενεστώτα μετοχή
colorant
παθητική μετοχή
coloré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
colorions
Παραδείγματα
Elle colorera ses cheveux en rouge demain.
Αυτή θα βάψει τα μαλλιά της κόκκινα αύριο.



























