colorer
colorer
kɔlɔʁe
kawlawre
colorierchlorer

Ορισμός και σημασία του "colorer"στα γαλλικά

colorer
01

χρωματίζω, βάφω

appliquer une couleur sur quelque chose ; modifier ou donner une teinte 
colorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
colore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
colorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
colorerai
ενεστώτα μετοχή
colorant
παθητική μετοχή
coloré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
colorions
Παραδείγματα
Elle colorera ses cheveux en rouge demain. 

Αυτή θα βάψει τα μαλλιά της κόκκινα αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store