la cocotte
co
kaw
cotte
kɔt
kawt

Ορισμός και σημασία του "cocotte"στα γαλλικά

01

ολλανδικό φούρνο, κατσαρόλα αργής μαγειρέματος

récipient de cuisine profond, avec couvercle, pour cuire à feu doux 
la cocotte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cocottes
Παραδείγματα
J'ai acheté une cocotte en céramique pour les tajines. 

Αγόρασα μια κεραμική κοκότ για τα ταζίν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store